![]() |
| ©2025 |Neuroplasm |Neo-Transcendental Minimalism |Katerina Chatzi |
Εισαγωγή
Το παρακάτω κείμενο δεν αφηγείται.
Υφαίνεται. Σαν ίνα σάρκας που ξέχασε σε ποιον ανήκει.
Μια φωνή – χωρίς στόμα, χωρίς πρόσωπο – ψιθυρίζει μέσα από επιφάνειες που νομίζαμε τοίχους.
Κάθε λέξη της είναι και μια εκδοχή του προσώπου που χάθηκε.
Ο καθρέφτης δεν επιστρέφει εικόνα· επιστρέφει ερώτημα.
Η μνήμη διαλύεται σε σπείρες, η ταυτότητα ξεφλουδίζεται σαν δέρμα, και το “εγώ” απορροφάται στο ίδιο του το αποτύπωμα.
Ο Νεουπερβατικός Τρόμος δεν κραυγάζει.
Αφαιρεί.
Ανασυνθέτει.
Γελάει χωρίς ήχο.
Κι αν κάποιος αναρωτηθεί τι απέμεινε, η απάντηση είναι:
Εσύ, χωρίς εσένα.
___________________________________________
Πριν από το Πρόσωπο
Δεν θυμάμαι το στόμα μου. Κάτι ουρλιάζει μέσα από μένα, αλλά δεν αναγνωρίζω τη φωνή.
Ο καθρέφτης απέναντι δεν είναι καθρέφτης. Είναι κρέας. Έχει ρυτίδες-σπείρες.
Με κοιτάει από μέσα.
> "Στάσου απέναντι μου και δες."
Εγώ είμαι.
Δεν το αντέχω.
Τα μάτια μου χάνουν την εστίαση. Το βάθος πετάγεται έξω, σαν όγκος.
Η ανάμνηση του πρώτου μου προσώπου στάζει από τον τοίχο.
Δεν έχω ηλικία. Δεν έχω σύνορα. Δεν είμαι πια πράγμα.
Είμαι αυτό που φανερώθηκε όταν χάθηκαν τα ανθρώπινα σημάδια.
Τρέμω.
> “Θα σε φιλοξενήσω πάλι αύριο.”
Και ξυπνάω στον τοίχο.
---
Δεν υπάρχει φως.
Μόνο μια κόκκινη ανταύγεια που δεν έχει πηγή, σαν αίμα που θυμήθηκε να λάμπει.
Το πρόσωπο απέναντί μου — εγώ — αρχίζει να τρέμει.
Όχι να κινείται. Να τρεμοπαίζει, σαν να εκπέμπεται από χαλασμένο σήμα.
Το δέρμα του ξεφλουδίζεται και βγάζει κάτω του άλλες εκδοχές.
Παιδικές.
Γερασμένες.
Εκείνη με το στόμα διάπλατα.
Εκείνη με το μάτι έξω από την κόγχη.
Εκείνη που ήταν κάποτε ήσυχη και την έπνιξαν.
> «Κάποιος με έβαψε με τις κραυγές του», λέει.
«Τώρα βάψου εσύ με τις δικές σου.»
Τα νύχια μου ακουμπούν τον τοίχο και λιώνουν μέσα του σαν βούτυρο σε καυτό μέταλλο.
Ο τοίχος δεν είναι τοίχος. Είναι επιδερμίδα.
Η ανάσα μου κολλάει επάνω του. Επιστρέφει πίσω μου αλλοιωμένη.
Κάθε φορά που γυρνάω το κεφάλι, ο κόσμος ξαναγράφεται. Αλλάζει υφή. Ήχο.
Η βαρύτητα με προδίδει. Το πάτωμα με φτύνει.
Η γλώσσα μου δεν θυμάται πώς λέγεται η λέξη "σώμα."
> «Το μόνο που έχεις, είναι αυτό που σου αφαιρέθηκε.»
Και τότε αρχίζει το πρόσωπο να γελάει.
Όχι με ήχο. Με δομή.
Ολόκληρο το δωμάτιο συστρέφεται σαν στόμα που σχηματίζει χαμόγελο.
Γίνομαι τόνος στη γελοιοποίηση του Ανθρώπου.
---
Με τυλίγει κάτι που δεν έχει μορφή.
Το λέω "σκότος", αλλά είναι ακριβέστερα αφαίρεση.
Από εμένα αφαιρούνται ιδιότητες.
Πρώτα οι αναμνήσεις.
Ύστερα η ιδέα του προσώπου.
Τέλος, η βεβαιότητα ότι υπήρξα ποτέ κάτι.
Κάποιος ψιθυρίζει, όχι στα αυτιά μου, στα νεφρά μου.
Ο ήχος γίνεται υγρό που ανεβαίνει προς το κεφάλι.
Με πνίγει από μέσα.
> «Εδώ, τα πράγματα δεν υπάρχουν. Εδώ, τα πράγματα θυμούνται πως υπήρξαν.»
Πόσο παλιά είναι αυτή η φωνή;
Ίσως πριν τη σκέψη.
Ίσως εκείνη που αναστέναξε πρώτη φορά πριν σχηματιστεί η λέξη "εγώ".
Ο τοίχος ανοίγει.
Δεν υπάρχει πίσω. Υπάρχει κάτω.
Μια σκάλα χωρίς σκαλιά. Μια πτώση χωρίς ύψος.
Κατεβαίνω.
Δεν έχω σώμα, αλλά κατεβαίνω.
Η ταχύτητα της βύθισης με ξεριζώνει απ’ το είδος μου.
Φτάνω σε κάτι που μοιάζει με τόπο.
> Είναι δέρμα.
Είναι πρόσωπο.
Είναι η πρώτη μορφή που ο Θεός έπνιξε για να υπάρξει.
Και την αναπνέω.
Μπαίνει μέσα μου όπως ο τρόμος πριν τον εφιάλτη.
Μένω εκεί.
Για πάντα.
---
> «Η φωνή που ήμουν, μιμήθηκε για λίγο ένα πρόσωπο, κι ύστερα ξεχάστηκε μέσα του.»
__________
Before the Face
I don't remember my mouth.
Something screams through me, but I don’t recognize the voice.
The mirror in front of me is not a mirror. It’s flesh. It has spiral-wrinkles.
It stares at me from within.
> “Stand before me and see.”
I am.
I can’t bear it.
My eyes lose focus. Depth bursts outward, like a tumor.
The memory of my first face drips from the wall.
I have no age. I have no borders. I am no longer a thing.
I am what was revealed when the human signs disappeared.
I tremble.
> “I will host you again tomorrow.”
And I wake up in the wall.
---
There is no light.
Only a red glimmer without a source, like blood that remembered how to shine.
The face opposite me — me — begins to tremble.
Not to move. To flicker, like it's being broadcast from a broken signal.
Its skin peels away, revealing other versions beneath.
Childlike.
Aged.
The one with the gaping mouth.
The one with the eye out of its socket.
The one that was once quiet, and was suffocated.
> “Someone painted me with their screams,” it says.
“Now paint yourself with yours.”
My nails touch the wall and melt into it like butter on hot metal.
The wall is not a wall. It’s skin.
My breath sticks to it. It returns to me distorted.
Every time I turn my head, the world rewrites itself.
The texture shifts. The sound changes.
Gravity betrays me. The floor spits me out.
My tongue forgets the word body.
> “The only thing you have is what was taken from you.”
And then the face begins to laugh.
Not with sound. With structure.
The whole room contorts like a mouth forming a smile.
I become a tone in the mockery of Man.
---
Something shapeless wraps around me.
I call it “darkness,” but it is more precisely subtraction.
Qualities are subtracted from me.
First the memories.
Then the idea of a face.
Finally, the certainty that I ever was anything at all.
Someone whispers — not in my ears, in my kidneys.
The sound turns to liquid rising to my head.
It drowns me from within.
> “Here, things do not exist. Here, things remember having existed.”
How old is that voice?
Perhaps older than thought.
Perhaps the one that sighed before the word I was formed.
The wall opens.
There is no behind. There is below.
A stairway without steps. A fall without height.
I descend.
I have no body, but I descend.
The speed of the plunge uproots me from my kind.
I arrive at something that resembles a place.
> It is skin.
It is a face.
It is the first form God drowned in order to exist.
And I breathe it.
It enters me like terror before the nightmare.
I remain there.
Forever.
---
> “The voice I was, imitated for a while a face, and then forgot itself within it.”
---

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου