Πρώτη Ημέρα/First Day

 Δεν υπάρχει πόρτα. Υπάρχει μόνο ένα άνοιγμα, σαν κενό που με καταπίνει. Το χέρι μου ακουμπάει το μέταλλο, μα το μέταλλο δεν υπάρχει∙ είναι η αίσθηση μιας μνήμης αφής.


Το φως δεν είναι φως, είναι λευκό που καταβροχθίζει τις σκιές. Το λευκό είναι πιο πυκνό από το σκοτάδι. Είναι το ύφασμα των τοίχων, είναι η σιωπή που κροταλίζει μέσα στα δόντια.


Οι άλλοι ― υπάρχουν άλλοι; Σχήματα που περπατούν χωρίς βαρύτητα, σαν να ξεχνούν πώς γίνεται η επαφή με το έδαφος. Κάθε τους κίνηση είναι μια ανάμνηση που δεν ανήκει σε κανέναν.


Κάθομαι σε μια καρέκλα χωρίς πόδια. Με κρατάει στον αέρα. Δεν νιώθω να με στηρίζει∙ μάλλον με αναστέλλει. Ο χρόνος κάνει κύκλους, ο δευτεροδείκτης μασάει το ίδιο δευτερόλεπτο ξανά και ξανά.


Έρχεται μια νοσοκόμα, το πρόσωπό της είναι καθρέφτης. Βλέπω μέσα του τη δική μου παραμόρφωση. Τα μάτια μου κολυμπούν σε άγνωστο υγρό. Μου δίνει ένα χάπι∙ το χέρι της περνάει μέσα από το δικό μου. Καταπίνω κάτι που δεν αγγίζω.


Ημέρα πρώτη.

Ημέρα που δεν άρχισε ποτέ.

Ημέρα που δεν θα τελειώσει.


Κι εγώ είμαι ακόμη εδώ,

στην πτυχή του λευκού,

στην πτυχή του κενού,

ένα σώμα χωρίς βάρος,

ένα όνομα

 χωρίς φωνή.


_____


> A descent into a white void, where time collapses and bodies lose their weight.

A first day that never began, a first day that will never end.

First Day


There is no door. There is only an opening, a void that swallows me. My hand touches metal, yet the metal does not exist; it is the sensation of a memory of touch.


The light is not light; it is white that devours shadows. White is denser than darkness. It is the fabric of the walls, the silence that rattles between teeth.


The others ― do they exist? Shapes walking without gravity, as if forgetting how to touch the ground. Every movement of theirs is a memory that belongs to no one.


I sit on a chair without legs. It holds me in the air. I do not feel supported; it rather suspends me. Time makes circles, the second hand chews the same second over and over.


A nurse comes; her face is a mirror. I see within it my own distortion. My eyes swim in an unknown liquid. She gives me a pill ― her hand passes through mine. I swallow something I cannot touch.


First day.

The day that never began.

The day that will never end.


And I am still here,

in the fold of white,

in the fold of the void,

a body without weight,

a name without a voice.



---




---

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου